επιτροπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιτροπή επιτροπές
γενική επιτροπής επιτροπών
αιτιατική επιτροπή επιτροπές
κλητική επιτροπή επιτροπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επιτροπή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επιτροπή θηλυκό

  1. πολυμελές (συνήθως) διοικητικό όργανο που είτε έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες ή συγκροτείται για να μελετήσει κάτι και να προτείνει λύσεις
    η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος εκλέγεται από το συνέδριο
    η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
    λέγεται ότι αν θέλεις να αναβάλεις κάτι, προτείνεις τη σύσταση μιας επιτροπής

32πχ Μεταφράσεις[]