επιτυγχάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπιτυγχάνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτυγχάνω < αρχαία ελληνική ἐπιτυγχάνω < ἐπί + τυγχάνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰewgʰ- (παράγω, δύναμαι, πετυχαίνω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.tiŋ.ˈxa.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

επιτυγχάνω (αόριστος: επέτυχα, παθητική φωνή: επιτυγχάνομαι, αόριστος: επιτεύχθηκα, μετοχή παθ. παρακειμένου: επιτυχημένος)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]