Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιχωριάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιχωριάζω < μεσαιωνική ελληνική ἐπιχωριάζω < αρχαία ελληνική ἐπιχωριάζω < ἐπιχώριος

επιχωριάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]