εποχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐποχή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εποχή εποχές
γενική εποχής εποχών
αιτιατική εποχή εποχές
κλητική εποχή εποχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εποχή < αρχαία ελληνική ἐποχή < ἐπέχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.pɔ.ˈçi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εποχή θηλυκό

  1. υποδιαίρεση του έτους(για τις εύκρατες περιοχές: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας)
  2. υποδιαίρεση του ιστορικού χρόνου, μεγάλη ή μικρότερη ιστορική περίοδος
    νεολιθική εποχή, κλασική εποχή, η εποχή του Περικλή
  3. μία χρονική περίοδος με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
    αυτό το κειμήλιο είναι της εποχής του παππού μου
    θυμάμαι με νοσταλγία τις παλιές εποχές
    πέρασε πια η εποχή που ο κάθε κρατικός υπάλληλος μπορούσε να αυθαιρετεί.
  4. (φιλοσοφία) η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των προτάσεων.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]