επόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἑπόμενος, ἑλόμενος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈpo.me.nos/
τονικό παρώνυμο: επομένως

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επόμενος η επόμενη το επόμενο
      γενική του επόμενου της επόμενης του επόμενου
    αιτιατική τον επόμενο την επόμενη το επόμενο
     κλητική επόμενε επόμενη επόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επόμενοι οι επόμενες τα επόμενα
      γενική των επόμενων των επόμενων των επόμενων
    αιτιατική τους επόμενους τις επόμενες τα επόμενα
     κλητική επόμενοι επόμενες επόμενα
Δείτε και τις κλίσης των ουσιαστικοποιημένων
ο επόμενος, η επομένη το επόμενο.
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
επόμενος < μετοχή ενεστώτα του αποθετικού ρήματος έπομαι, αρχαία ελληνική ἑπόμενος, ἑπομένη, ἑπόμενον, μετοχής ενεστώτα του ἕπομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

επόμενος, -η, -ο

  • αυτός που έπεται, που έρχεται μετά
    στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι δέκα και πέντε
    οι επόμενες εξετάσεις θα είναι πολύ πιο δύσκολες

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είναι επόμενο : είναι λογικό, φυσικό ότι θα συμβεί

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο επόμενος οι επόμενοι
      γενική του επομένου των επομένων
    αιτιατική τον επόμενο τους επομένους
     κλητική επόμενε επόμενοι
Δείτε και την κλίση της μετοχής επόμενος.
Κατηγορία όπως «άνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
επόμενος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής επόμενος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επόμενος αρσενικό (θηλυκό επομένη)

  • εκείνος που είναι ο επόμενος
    να περάσει ο επόμενος!