εράστρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εράστρια οι εράστριες
      γενική της εράστριας των εραστριών
    αιτιατική την εράστρια τις εράστριες
     κλητική εράστρια εράστριες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εράστρια < εραστής + -τρια

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εράστρια θηλυκό

  • θηλυκό του εραστής
    Βολεμένος ο πρώτος, ανάμεσα στην οικογενειακή εστία και στο Hotel Marie, με τον ρομαντισμό του να εξαντλείται σε λόγια και χειρονομίες εντυπωσιασμού, βρίσκεται σε δεινή θέση, όταν η εράστρια απαιτεί τη λήψη αποφάσεως. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]