Μετάβαση στο περιεχόμενο

ερίδων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐρίδων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ερίδων θηλυκό