ερίφης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ερίφης ερίφηδες
γενική ερίφη ερίφηδων
αιτιατική ερίφη ερίφηδες
κλητική ερίφη ερίφηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερίφης < τουρκική herif < περσική حریف (harif) < αραβική حريف (harīf)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερίφης αρσενικό

  1. ο πονηρός άνθρωπος, που με πλάγιους τρόπους προσπαθεί να ξεπεράσει τους άλλους.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]