ερασιτεχνικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ερασιτεχνικός ερασιτεχνική ερασιτεχνικό
γενική ερασιτεχνικού ερασιτεχνικής ερασιτεχνικού
αιτιατική ερασιτεχνικό ερασιτεχνική ερασιτεχνικό
κλητική ερασιτεχνικέ ερασιτεχνική ερασιτεχνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ερασιτεχνικοί ερασιτεχνικές ερασιτεχνικά
γενική ερασιτεχνικών ερασιτεχνικών ερασιτεχνικών
αιτιατική ερασιτεχνικούς ερασιτεχνικές ερασιτεχνικά
κλητική ερασιτεχνικοί ερασιτεχνικές ερασιτεχνικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερασιτεχνικός < ερασιτέχνης + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ερασιτεχνικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με τον ερασιτέχνη και όχι τον επαγγελματία
    δίπλωμα ερασιτεχνικής οδήγησης
  2. που στερείται επαγγελματισμού, υπευθυνότητας και συστηματικότητας
    η δουλειά του είναι ερασιτεχνική και γεμάτη προχειρότητα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]