εργάτρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εργάτρια εργάτριες
γενική εργάτριας εργατριών
αιτιατική εργάτρια εργάτριες
κλητική εργάτρια εργάτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργάτρια < εργάτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εργάτρια θηλυκό

  1. θηλυκό του εργάτης
  2. (ειδικότερα) κοινή θηλυκή μέλισσα, σε αντίθεση με τη βασίλισσα και τους κηφήνες

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε εργάτης