εργαστηριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εργαστηριακός εργαστηριακή εργαστηριακό
γενική εργαστηριακού εργαστηριακής εργαστηριακού
αιτιατική εργαστηριακό εργαστηριακή εργαστηριακό
κλητική εργαστηριακέ εργαστηριακή εργαστηριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εργαστηριακοί εργαστηριακές εργαστηριακά
γενική εργαστηριακών εργαστηριακών εργαστηριακών
αιτιατική εργαστηριακούς εργαστηριακές εργαστηριακά
κλητική εργαστηριακοί εργαστηριακές εργαστηριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργαστηριακός < εργαστήριο + -ακός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εργαστηριακός, -ή, -ό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]