εργοσπιρομετρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εργοσπιρομετρία οι εργοσπιρομετρίες
      γενική της εργοσπιρομετρίας των εργοσπιρομετριών
    αιτιατική την εργοσπιρομετρία τις εργοσπιρομετρίες
     κλητική εργοσπιρομετρία εργοσπιρομετρίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργοσπιρομετρία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ergospirometry < αρχαία ελληνική ἔργον + λατινική spiro + αρχαία ελληνική μέτρον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εργοσπιρομετρία θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]