εργοστασιάρχης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐργοστασιάρχης, εργοταξιάρχης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η εργοστασιάρχης οι εργοστασιάρχες
      γενική του
του/της
εργοστασιάρχη
εργοστασιάρχου
των εργοστασιάρχών
    αιτιατική τον/την εργοστασιάρχη τους/τις εργοστασιάρχες
     κλητική εργοστασιάρχη εργοστασιάρχες
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
όπως «λιμενάρχης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργοστασιάρχης < εργοστάσι(ο) + -άρχης. Η ελληνιστική ἐργοστασιάρχης, προϊσάμενος εργαστηρίου.[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εργοστασιάρχης αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]