ερειστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐρειστικός, εριστικός, ἐριστικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ερειστικός ερειστική ερειστικό
γενική ερειστικού ερειστικής ερειστικού
αιτιατική ερειστικό ερειστική ερειστικό
κλητική ερειστικέ ερειστική ερειστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ερειστικοί ερειστικές ερειστικά
γενική ερειστικών ερειστικών ερειστικών
αιτιατική ερειστικούς ερειστικές ερειστικά
κλητική ερειστικοί ερειστικές ερειστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερειστικός < ελληνιστική κοινή ἐρειστικός < ἐρείδω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ɾi.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛ.ɾi.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛ.ɾi.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ερειστικός, -ή, -ό

  • (λόγιο) που χρησιμεύει για να στηρίζει
    ερειστικός ιστός, ερειστικό σύστημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]