ερημητήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ερημητήριο ερημητήρια
γενική ερημητηρίου ερημητηρίων
αιτιατική ερημητήριο ερημητήρια
κλητική ερημητήριο ερημητήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερημητήριο < καθαρεύουσα ερημητήριον < ερημίτης[1] + -τήριον ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ermitage < ermite < λατινικά eremita < ελληνιστική κοινή ἐρημίτης < αρχαία ελληνική ἔρημος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερημητήριο ουδέτερο

  1. το μέρος όπου αποσύρεται ένας ερημίτης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ασκηταριό, ασκητήριο, αναχωρητήριο, ησυχαστήριο
  2. (κατ’ επέκταση) το μέρος όπου αποσύρεται κάποιος για να απομονωθεί από τον κόσμο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ησυχαστήριο

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. το η (ερημητήριο) αναλογικά με άλλλες λέξεις σε -ητήριο: ασκητήριο, προσκλητήριο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]