ερημοσπίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ερημοσπίτης ερημοσπίτες
γενική ερημοσπίτη
αιτιατική ερημοσπίτη ερημοσπίτες
κλητική ερημοσπίτη ερημοσπίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερημοσπίτης < έρημ(ος) + -ο- + σπίτ(ι) + -ης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ɾi.moˈspi.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερημοσπίτης αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]