Μετάβαση στο περιεχόμενο

ερμήνευσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ερμήνευσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω