ερμίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ερμίνα οι ερμίνες
      γενική της ερμίνας των ερμινών
    αιτιατική την ερμίνα τις ερμίνες
     κλητική ερμίνα ερμίνες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερμίνα < γαλ. hermine < λατιν. armenius mus "ποντικός της Αρμενίας"

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερμίνα θηλυκό

  1. μικρό σαρκοφάγο θηλαστικό περίζητο για τη μηλωτή του γούνα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]