ερωτοπαθής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ερωτοπαθής ερωτοπαθής ερωτοπαθές
γενική ερωτοπαθούς ερωτοπαθούς ερωτοπαθούς
αιτιατική ερωτοπαθή ερωτοπαθή ερωτοπαθές
κλητική ερωτοπαθή(ς) ερωτοπαθής ερωτοπαθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ερωτοπαθείς ερωτοπαθείς ερωτοπαθή
γενική ερωτοπαθών ερωτοπαθών ερωτοπαθών
αιτιατική ερωτοπαθείς ερωτοπαθείς ερωτοπαθή
κλητική ερωτοπαθείς ερωτοπαθείς ερωτοπαθή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερωτοπαθής < έρωτας + πάσχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ερωτοπαθής αρσενικό

  1. αυτός που πάσχει από τον έρωτα, ο ερωτοχτυπημένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]