Μετάβαση στο περιεχόμενο

ερωτώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐρωτῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ερωτώ < αρχαία ελληνική ἐρωτάω / ἐρωτῶ

ερωτώ (παθητική φωνή: ερωτώμαι)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]