εσάνς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εσάνς < γαλλική essence

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εσάνς θηλυκό άκλιτο

  1. συμπυκνωμένη αρωματική ουσία σε μορφή ελαίου ή σκόνης που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αρωμάτων αλλά και γλυκισμάτων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]