Μετάβαση στο περιεχόμενο

εσθήτα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐσθῆτα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εσθήτα οι εσθήτες
      γενική της εσθήτας των εσθήτων
    αιτιατική την εσθήτα τις εσθήτες
     κλητική εσθήτα εσθήτες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εσθήτα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐσθής (ένδυμα)[1], από την αιτιατική «τὴν ἐσθῆτα».[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈsθi.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εσθήτα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εσθήτα θηλυκό

  1. (λόγιο) γυναικείο φόρεμα, κυρίως επίσημο
    παράδειγμα  η ιερή εσθήτα της Θεομήτορος
    παράδειγμα  βασιλική, νυφική εσθήτα
    χρειάζεται παράθεμα
  2. (αρχαιοπρεπές) ένδυμα
    χρειάζεται παράθεμα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εσθήτα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. εσθήτα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας