εσπευσμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εσπευσμένος εσπευσμένη εσπευσμένο
γενική εσπευσμένου εσπευσμένης εσπευσμένου
αιτιατική εσπευσμένο εσπευσμένη εσπευσμένο
κλητική εσπευσμένε εσπευσμένη εσπευσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εσπευσμένοι εσπευσμένες εσπευσμένα
γενική εσπευσμένων εσπευσμένων εσπευσμένων
αιτιατική εσπευσμένους εσπευσμένες εσπευσμένα
κλητική εσπευσμένοι εσπευσμένες εσπευσμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εσπευσμένος < αρχαία ελληνική ἐσπευσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπεύδω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εσπευσμένος, -η, -ο

  1. βιαστικός, με άγχος, με αγωνία, άρον-άρον, με μεγάλη σπουδή
    η εσπευσμένη αναχώρηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]