εστίαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εστίαση εστιάσεις
γενική εστίασης
& εστιάσεως
εστιάσεων
αιτιατική εστίαση εστιάσεις
κλητική εστίαση εστιάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εστίαση < εστιάζω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

εστίαση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εστιάζω
  2. (λογοτεχνία) η σχέση των γνώσεων του αφηγητή για τα πρόσωπα μιας αφήγησης με τις γνώσεις των ίδων των προσώπων της αφήγησης

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εστίαση < αρχαία ελληνική ἑστίασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

εστίαση θηλυκό

  1. η παράθεση γεύματος
  2. ο κλάδος της οικονομίας που περιλαμβάνει τα εστιατόρια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]