εστιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εστιακός εστιακή εστιακό
γενική εστιακού εστιακής εστιακού
αιτιατική εστιακό εστιακή εστιακό
κλητική εστιακέ εστιακή εστιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εστιακοί εστιακές εστιακά
γενική εστιακών εστιακών εστιακών
αιτιατική εστιακούς εστιακές εστιακά
κλητική εστιακοί εστιακές εστιακά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εστιακός < εστί(α) + -ακός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική focal[1]

Επίθετο[επεξεργασία]

εστιακός, -ή, -ό

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην εστία
  2. (φυσική) που σχετίζεται με την εστία των φακών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη εστία

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]