εστιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εστιακός εστιακή εστιακό
γενική εστιακού εστιακής εστιακού
αιτιατική εστιακό εστιακή εστιακό
κλητική εστιακέ εστιακή εστιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εστιακοί εστιακές εστιακά
γενική εστιακών εστιακών εστιακών
αιτιατική εστιακούς εστιακές εστιακά
κλητική εστιακοί εστιακές εστιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εστιακός < εστί(α) + -ακός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική focal[1]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εστιακός, -ή, -ό

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην εστία
  2. (φυσική) που σχετίζεται με την εστία των φακών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: εστία

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. εστιακός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.