Μετάβαση στο περιεχόμενο

εστραγκόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εστραγκόν < γαλλική estragon < μεσαιωνική λατινική tarcon / altarcon < αραβική طرخون (ṭarḵūn) < αρχαία ελληνική δρακόντιον (αντιδάνειο) < δράκων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εστραγκόν ουδέτερο άκλιτο

  1. (βοτανική) αρωματικό φυτό του είδους Artemisia dracunculus, που καλλιεργείται για τα εύγευστα φύλλα του και χρησιμοποιείται στη μαγειρική και την αρωματοποιία
  2. (μαγειρική) καρύκευμα που παρασκευάζεται από τα νωπά ή αποξηραμένα φύλλα τού παραπάνω φυτού και χρησιμοποιείται για να αρωματίζει φαγητά και σάλτσες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]