εστραγκόν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εστραγκόν < γαλλική estragon < μεσαιωνική λατινική tarcon / altarcon < αραβική طرخون (ṭarḵūn) < αρχαία ελληνική δρακόντιον (αντιδάνειο) < δράκων
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εστραγκόν ουδέτερο άκλιτο
- (βοτανική) αρωματικό φυτό του είδους Artemisia dracunculus, που καλλιεργείται για τα εύγευστα φύλλα του και χρησιμοποιείται στη μαγειρική και την αρωματοποιία
- (μαγειρική) καρύκευμα που παρασκευάζεται από τα νωπά ή αποξηραμένα φύλλα τού παραπάνω φυτού και χρησιμοποιείται για να αρωματίζει φαγητά και σάλτσες
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εστραγκόν - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- εστραγκόν - Άννα Αναστασιάδη - Συμεωνίδη (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Αντιδάνεια (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Μαγειρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)