Μετάβαση στο περιεχόμενο

εσωκάρδιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εσωκάρδιο τα εσωκάρδια
      γενική του εσωκαρδίου
& εσωκάρδιου
των εσωκαρδίων
    αιτιατική το εσωκάρδιο τα εσωκάρδια
     κλητική εσωκάρδιο εσωκάρδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εσωκάρδιο < εσω- + καρδι(ά) + -ο[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.soˈkaɾ.ði.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εσωκάρδιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εσωκάρδιο ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.