εσωτερικώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εσωτερικώς < εσωτερικ(ός) + -ώς

Επίρρημα[επεξεργασία]

εσωτερικώς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]