εσώρουχο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εσώρουχο εσώρουχα
γενική εσωρούχου εσωρούχων
αιτιατική εσώρουχο εσώρουχα
κλητική εσώρουχο εσώρουχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εσώρουχο < εσω(τερικό) + ρούχο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εσώρουχο ουδέτερο

  1. ρούχα μεταξύ γυμνού σώματος & εξωτερικών ρούχων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]