εταιρεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εταιρία, ἑταιρεία, ἑταιρία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εταιρεία εταιρείες
γενική εταιρείας εταιρειών
αιτιατική εταιρεία εταιρείες
κλητική εταιρεία εταιρείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εταιρεία < αρχαία ελληνική ἑταιρεία (σύνδεσμος, αδελφότητα) < ἑταιρεῖος < ἑταῖρος < ἔτης < *ϝέτης < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *swé (ἑός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.tɛ.ˈɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εταιρεία θηλυκό

  1. το σύνολο ανθρώπων που συνεργάζονται για κάποιο κοινό σκοπό
  2. το σύνολο ανθρώπων και κεφαλαίων που επιτρέπει την παραγωγή, την μετατροπή και την πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]