εταστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εταστικός εταστική εταστικό
γενική εταστικού εταστικής εταστικού
αιτιατική εταστικό εταστική εταστικό
κλητική εταστικέ εταστική εταστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εταστικοί εταστικές εταστικά
γενική εταστικών εταστικών εταστικών
αιτιατική εταστικούς εταστικές εταστικά
κλητική εταστικοί εταστικές εταστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εταστικός < μεσαιωνική ελληνική εταστικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εταστικός

  1. (λόγιο) εξεταστικός, διερευνητικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]