ετεροίωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

ἑταιροίωση
ετεροίωση < λόγιο, μτγν. ἑτεροίωση < ἑτεροιῶ [ἑτεροποιῶ]: αλλάζω, μεταβάλλομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ετεροίωση θηλυκό

  1. η τροπή του φωνήεντος ενός θέματος κατά την παραγωγή, συνήθως από το ε του ρηματικού θέματος στο ο του ονοματικού
    Από τα ρήματα λέγω, τρέφω, τρέπω, μένω, νέμω, φέρω παράγονται τα ουσιαστικά λόγος, τροφή, τροπή, μόνος, νομή, φορά με ετεροίωση του ε σε ο. Από το ρ. έχω: ανοχή, αποχή, ενοχή, εξοχή, κατοχή, μετοχή, παροχή. Από το αμείβω<αμοιβή, αλείφω< αλοιφή, κλείω< κλοιός, πέμπω < πομπή κ.α.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]