ετεροίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ετεροίωση ετεροιώσεις
γενική ετεροίωσης
& ετεροιώσεως
ετεροιώσεων
αιτιατική ετεροίωση ετεροιώσεις
κλητική ετεροίωση ετεροιώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ετεροίωση < λόγιο ελληνιστική κοινή ἑτεροίω(σις) + -ση < ἑτεροιόω, ἑτεροιῶ αλλάζω, μεταβάλλομαι (δείτε και (ἑτεροποιός - (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική alternance[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.tɛˈɾi.ɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ετεροίωση θηλυκό

  1. (γλωσσολογία) η ποιοτική μετάπτωση φωνήεντος ή διφθόγγου ενός θέματος κατά την παραγωγή,
    π.χ. συχνά τροπή του ε του ρηματικού θέματος σε ο του ονοματικού
    Από τα ρήματα λέγω, τρέφω, τρέπω, μένω, νέμω, φέρω παράγονται τα ουσιαστικά λόγος, τροφή, τροπή, μόνος, νομή, φορά με ετεροίωση του 'ε' σε 'ο'. Από το ρήμα έχω: ανοχή, αποχή, ενοχή, εξοχή, κατοχή, μετοχή, παροχή. Από το αμείβω > αμοιβή, αλείφω > αλοιφή, κλείω > κλοιός, πέμπω > πομπή κ.ά.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. ετεροίωση στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.