Μετάβαση στο περιεχόμενο

ετεροτυπικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ετεροτυπικός η ετεροτυπική το ετεροτυπικό
      γενική του ετεροτυπικού της ετεροτυπικής του ετεροτυπικού
    αιτιατική τον ετεροτυπικό την ετεροτυπική το ετεροτυπικό
     κλητική ετεροτυπικέ ετεροτυπική ετεροτυπικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ετεροτυπικοί οι ετεροτυπικές τα ετεροτυπικά
      γενική των ετεροτυπικών των ετεροτυπικών των ετεροτυπικών
    αιτιατική τους ετεροτυπικούς τις ετεροτυπικές τα ετεροτυπικά
     κλητική ετεροτυπικοί ετεροτυπικές ετεροτυπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ετεροτυπικός < έτερος + τύπος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο

[επεξεργασία]

ετεροτυπικός, -ή, -ό

  • (βοτανική) που έχει διαφορετικό τύπο. Αφορά συνώνυμα στη βοτανική, ίδια φυτά που έχουν καταγραφεί με διαφορετικά ονόματα από άλλους βοτανολόγους
      Ένα ετεροτυπικό συνώνυμο προκύπτει όταν ένα όνομα περιγράφεται επίσημα και αναφέρεται σε ένα τύπο (συνήθως δείγμα σε βοτανολόγιο [herbarium]), αλλά κατόπιν το περιγραφέν είδος (και κατά συνέπεια το δείγμα στο βοτανολόγιο, δηλαδή ο τύπος) θεωρείτε συνώνυμο ενός άλλου είδους που έχει διαφορετικό τύπο. (Βοτανική Ορολογία :: Letter H. στο orchids-succulents.blogspot.com, 11/2/2019 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]