ετεροτυπικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ετεροτυπικός < έτερος + τύπος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Επίθετο
[επεξεργασία]ετεροτυπικός, -ή, -ό
- (βοτανική) που έχει διαφορετικό τύπο. Αφορά συνώνυμα στη βοτανική, ίδια φυτά που έχουν καταγραφεί με διαφορετικά ονόματα από άλλους βοτανολόγους
- ※ Ένα ετεροτυπικό συνώνυμο προκύπτει όταν ένα όνομα περιγράφεται επίσημα και αναφέρεται σε ένα τύπο (συνήθως δείγμα σε βοτανολόγιο [herbarium]), αλλά κατόπιν το περιγραφέν είδος (και κατά συνέπεια το δείγμα στο βοτανολόγιο, δηλαδή ο τύπος) θεωρείτε συνώνυμο ενός άλλου είδους που έχει διαφορετικό τύπο. (Βοτανική Ορολογία :: Letter H. στο orchids-succulents.blogspot.com, 11/2/2019 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ετεροτυπικός