ετεροχρονισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ετεροχρονισμένος ετεροχρονισμένη ετεροχρονισμένο
γενική ετεροχρονισμένου ετεροχρονισμένης ετεροχρονισμένου
αιτιατική ετεροχρονισμένο ετεροχρονισμένη ετεροχρονισμένο
κλητική ετεροχρονισμένε ετεροχρονισμένη ετεροχρονισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ετεροχρονισμένοι ετεροχρονισμένες ετεροχρονισμένα
γενική ετεροχρονισμένων ετεροχρονισμένων ετεροχρονισμένων
αιτιατική ετεροχρονισμένους ετεροχρονισμένες ετεροχρονισμένα
κλητική ετεροχρονισμένοι ετεροχρονισμένες ετεροχρονισμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ετεροχρονισμένος, -η, -ο





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]