ετοιμοπαράδοτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ετοιμοπαράδοτος < έτοιμος + παραδίδω

Επίθετο[επεξεργασία]

ετοιμοπαράδοτος, -η, -ο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]