ετρουσκικών
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.tɾu.sciˈkon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐τρου‐σκι‐κών
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ετρουσκικών
- γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ετρουσκικός
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]ετρουσκικών ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- γενική του ετρουσκικά