Μετάβαση στο περιεχόμενο

ετυμολόγηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ετυμολόγηση οι ετυμολογήσεις
      γενική της ετυμολόγησης* των ετυμολογήσεων
    αιτιατική την ετυμολόγηση τις ετυμολογήσεις
     κλητική ετυμολόγηση ετυμολογήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ετυμολογήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ετυμολόγηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐτυμολόγησις. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα ετυμολόγη- του ετυμολογώ + -ση[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.ti.moˈlo.ʝi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ετυμολόγηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ετυμολόγηση θηλυκό (γλωσσολογία)

  1. η πράξη ή διαδικασία ερμηνείας και παρουσίασης της ιστορικής εξέλιξης μιας λέξης
    παράδειγμα Η σωστή ετυμολόγηση της λέξης είναι δυσχερής.
    παράδειγμα Το λεξικό παρουσιάζει κάποιες πιθανές ετυμολογήσεις, αλλά συμπεραίνει τελικά ότι η λέξη είναι άγνωστης προέλευσης.
     συνώνυμα: ετυμολογία (3) (λιγότερο συχνά)
  2. (κατ’ επέκταση) το συγκεκριμένο κείμενο ή η διατυπωμένη ετυμολογική εξήγηση
    παράδειγμα Διάβασα την ετυμολόγηση, αλλά δεν μου φαίνεται πολύ πειστική.
     συνώνυμα: ετυμολόγημα, ετυμολογία (4) (συχνότερα)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ετυμολόγηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)