ευ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ευ-

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευ < αρχαία ελληνική εὖ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛf/

Επίρρημα[επεξεργασία]

ευ

  1. (λόγιο) καλά
  2. Πρώτο συνθετικό που δηλώνει την καλή ιδιότητα του δεύτερου.

Εκφράσεις[επεξεργασία]


Αντώνυμα[επεξεργασία]

  • κακως

Μεταφράσεις[επεξεργασία]