Μετάβαση στο περιεχόμενο

ευάλωτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευάλωτος η ευάλωτη το ευάλωτο
      γενική του ευάλωτου της ευάλωτης του ευάλωτου
    αιτιατική τον ευάλωτο την ευάλωτη το ευάλωτο
     κλητική ευάλωτε ευάλωτη ευάλωτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευάλωτοι οι ευάλωτες τα ευάλωτα
      γενική των ευάλωτων των ευάλωτων των ευάλωτων
    αιτιατική τους ευάλωτους τις ευάλωτες τα ευάλωτα
     κλητική ευάλωτοι ευάλωτες ευάλωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ευάλωτος < αρχαία ελληνική εὐάλωτος < εὖ + ἁλίσκομαι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈva.lo.tos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /eˈva.lo.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /eˈva.lo.to/ ουδέτερο

Επίθετο

[επεξεργασία]

ευάλωτος, -η, -ο

  1. που κυριεύεται εύκολα
  2. που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κίνδυνο ή επίθεση
      Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, )
      Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, 2023)
     συνώνυμα: ευαίσθητος, τρωτός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]