ευαρεστούμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευαρεστούμαι < ελληνιστική κοινή εὐαρεστέομαι, παθητική φωνή του ρήματος εὐαρεστές < εὐάρεστος < αρχαία ελληνική εὖ + ἀρέσκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.va.ɾε.ˈstu.mε/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ευαρεστούμαι

  1. χαίρομαι, ευχαριστιέμαι με κάτι
  2. (επίσημο) έχω την ευχαρίστηση / χαίρομαι να κάνω κάτι
  3. (ειρωνικά) καταδέχομαι
    Επιτέλους, ευαρεστήθηκες να μας δώσεις σημασία;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]