ευγένεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ευγένεια οι ευγένειες
      γενική της ευγένειας των ευγενειών
    αιτιατική την ευγένεια τις ευγένειες
     κλητική ευγένεια ευγένειες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευγένεια < αρχαία ελληνική εὐγένεια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛv.ˈʝɛ.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευγένεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του ευγενικού
    συμπεριφέρεται πάντοτε με ευγένεια, ακόμα και όταν είναι εκνευρισμένος
  2. η ιδιότητα του ευγενούς, το να ανήκει κάποιος σε αυτή την κοινωνική τάξη
    τίτλος ευγενείας
  3. (προσφώνηση) (παρωχημένο) η ευγένειά σας: ως προσφώνηση
    Θα ήθελε η ευγένειά σας να μας εξηγήσει τους λόγους της διαφωνίας σας;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]