ευγνωμονώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: εὐγνωμονῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευγνωμονώ < αρχαία ελληνική εὐγνωμονέω / εὐγνωμονῶ < εὐγνώμων < εὖ + γνώμων < γιγνώσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵneh₃- (γνωρίζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εf.ɣnɔ.mɔ.ˈnɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

ευγνωμονώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]