ευελιξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευελιξία ευελιξίες
γενική ευελιξίας ευελιξιών
αιτιατική ευελιξία ευελιξίες
κλητική ευελιξία ευελιξίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευελιξία < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.vɛ.li.ˈksi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευελιξία θηλυκό

  • η ικανότητα να ελίσσεσαι
  • η ικανότητα να κάνεις αμέσως τις απαραίτητες αλλαγές ώστε να ανταποκρίνεσαι συνεχώς σε μεταβαλλόμενες ανάγκες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]