ευεργέτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευεργέτρια ευεργέτριες
γενική ευεργέτριας ευεργετριών
αιτιατική ευεργέτρια ευεργέτριες
κλητική ευεργέτρια ευεργέτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευεργέτρια < ευεργέτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευεργέτρια θηλυκό (& ευεργέτιδα & ευεργέτισσα)

  • θηλυκό του ευεργέτης
    • Η Καλλιόπη Τάττη ήταν Ελληνίδα ευεργέτρια.
    • Εμένα που δεν με βλέπετε μια μέρα θα με λογαριάζετε εθνική ευεργέτρια σημαντικότερη κι από αυτόν τον Βαρβάκη. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]