ευεργετώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εὐεργετῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευεργετώ < αρχαία ελληνική εὐεργετέω / εὐεργετῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.vεɾ.ɣε.ˈtɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ευεργετώ (παθητική φωνή: ευεργετούμαι)

  1. κάνω ευεργεσίες, βοηθώ
  2. (κατ’ επέκταση) ωφελώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]