ευθανασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευθανασία
γενική ευθανασίας
αιτιατική ευθανασία
κλητική ευθανασία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευθανασία < ελληνιστική κοινή εὐθανασία < εὐθανατέω / εὐθανατῶ < εὐθάνατος < εὖ + αρχαία ελληνική θάνατος (σημασιολογικό δάνειο από αγγλική euthanasia)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛf.θa.na.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευθανασία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. ο ένδοξος, ο καλός, ο ωραίος θάνατος
  2. η εκούσια θανάτωση κάποιου (που υποφέρει συνήθως από μακροχρόνια ή και ανίατη ασθένεια) με τρόπο ήπιο ή ανώδυνο, ώστε να πάψουν οι πόνοι ή η εναγώνια προσμονή του θανάτου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]