ευθυγραμμίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευθυγραμμίζω < ευθύγραμμος + -ίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

ευθυγραμμίζω (παθητική φωνή: ευθυγραμμίζομαι)

  1. βάζω κάτι ή κάποια πράγματα σε (νοητή) ευθεία γραμμή
  2. (μεταφορικά) ρυθμίζω το χαρακτήρα ή την συμπεριφορά, ώστε να συμφβνώ ή να συμμορφώνομαι με κάτι (ή κάποιον) άλλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. αυτοευθυγράμμιση - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό]. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. (Γράμμα α)
  2. «ευθυγραμμία» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  3. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. , λήμμα: ευθυγραμμία