ευθυγραμμισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευθυγραμμισμένος ευθυγραμμισμένη ευθυγραμμισμένο
γενική ευθυγραμμισμένου ευθυγραμμισμένης ευθυγραμμισμένου
αιτιατική ευθυγραμμισμένο ευθυγραμμισμένη ευθυγραμμισμένο
κλητική ευθυγραμμισμένε ευθυγραμμισμένη ευθυγραμμισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευθυγραμμισμένοι ευθυγραμμισμένες ευθυγραμμισμένα
γενική ευθυγραμμισμένων ευθυγραμμισμένων ευθυγραμμισμένων
αιτιατική ευθυγραμμισμένους ευθυγραμμισμένες ευθυγραμμισμένα
κλητική ευθυγραμμισμένοι ευθυγραμμισμένες ευθυγραμμισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευθυγραμμισμένος < ευθυγραμμίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ευθυγραμμισμένος, -η, -ο

  1. που έχει τοποθετηθεί σε ευθεία γραμμή με άλλον
  2. (πολιτική), (οικονομία): (μεταφορικά): που ακολουθεί πιστά μία άποψη, θέση, σχεδιασμό, προγραμματισμό, δόγμα κ.λπ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]