ευθυνοποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ευθυνοποίηση | οι | ευθυνοποιήσεις |
| γενική | της | ευθυνοποίησης* | των | ευθυνοποιήσεων |
| αιτιατική | την | ευθυνοποίηση | τις | ευθυνοποιήσεις |
| κλητική | ευθυνοποίηση | ευθυνοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ευθυνοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ευθυνοποίηση < ευθυνοποιώ + -ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ευθυνοποίηση θηλυκό
- (σπάνιο, λόγιο) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευθυνοποιώ
- ※ Η ηθική φιλοσοφία του Καντ χρησιμοποίησε την έννοια «πρόσωπο» από τον ρωμαϊκό νόμο. «Ο νόμος απευθύνεται στο ελεύθερο πρόσωπο, που είναι ο αποδέκτης των νομικών προνομίων του (δικαιώματα, ελευθερίες κλπ.) και των νομικών βαρών του (καθήκοντα, ποινές κλπ). Η ευθυνοποίηση του ατόμου, μέσα από το νόμο το συνδέει με την κοινωνία και το κάνει υπόλογο των πράξεων και παραλείψεών του. (www.athensvoice.gr, 18.07.2024)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ευθυνοποίηση
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)