ευθυνοποιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ευθυνοποιώ
- (σπάνιο) προσάπτω, προσδίδω ευθύνες
Οι πολίτες ευθυνοποιούν την κυβέρνηση για την οικονομική κατάσταση της χώρας
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ευθυνοποιώ
|
|